Γιός εύπορης οικογένειας ζητάει από τον πατέρα του το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί (σε μετρητά) για να την ξοδέψει κατά βούληση αναζητώντας την τύχη του εκτός πατρικής οικίας. Αφού δαπάνησε όλη του την κληρονομιά χωρίς να κάνει ούτε μια επένδυση (κυρίως στην dolce vita), και άρχισε να “στερείται αγαθών”, αποφάσισε (προφανώς συμφεροντολογικά σκεπτόμενος) να επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του, όχι ως γιός, αλλά ως υπηρέτης τάχα, για να έχει τουλάχιστον να τρώει.
Επιστρέφοντας στο σπίτι του πατέρα του μετά από χρόνια, αντί να αποδοκιμαστεί η ασωτία του και η κατασπατάληση της περιουσίας (για την οποία δεν είχε δουλέψει ποτέ για να του ανήκει), επιβραβεύεται παραδειγματικά και με το παραπάνω – να θυμίσω μόνο το γεγονός ότι του φόρεσαν ακριβά ρούχα, υποδήματα και τα δακτυλίδια της οικογένειας, το ότι θυσιάστηκε για αυτόν το σιτευτό μοσχάρι και το γεγονός ότι στήθηκε γλέντι για την επιστροφή του, κατά τας γραφάς (Λουκάς 15:11-24).
Βρίσκω λοιπόν απολύτως δικαιολογημένη τη διαμαρτυρία και το παράπονο ("ιδού, τοσαύτα έτη δουλεύω σοι […] και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ") του μεγαλύτερου αδελφού ο οποίος θα έπρεπε να επιβραβέβεται για τον κόπο του και την προσφορά του στην οικογένεια, και προφανή υπεκφυγή την απάντηση του πατέρα (τι σημασία έχει άραγε το “πάντα τα εμά, σα εστίν” όταν δεν τα απολαμβάνεις?) την οποία έκανε σαφέστατα για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις.


