26 Φεβρουαρίου 2008

Ο αδελφός του ασώτου

Γιός εύπορης οικογένειας ζητάει από τον πατέρα του το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί (σε μετρητά) για να την ξοδέψει κατά βούληση αναζητώντας την τύχη του εκτός πατρικής οικίας. Αφού δαπάνησε όλη του την κληρονομιά χωρίς να κάνει ούτε μια επένδυση (κυρίως στην dolce vita), και άρχισε να “στερείται αγαθών”, αποφάσισε (προφανώς συμφεροντολογικά σκεπτόμενος) να επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του, όχι ως γιός, αλλά ως υπηρέτης τάχα, για να έχει τουλάχιστον να τρώει.

Επιστρέφοντας στο σπίτι του πατέρα του μετά από χρόνια, αντί να αποδοκιμαστεί η ασωτία του και η κατασπατάληση της περιουσίας (για την οποία δεν είχε δουλέψει ποτέ για να του ανήκει), επιβραβεύεται παραδειγματικά και με το παραπάνω – να θυμίσω μόνο το γεγονός ότι του φόρεσαν ακριβά ρούχα, υποδήματα και τα δακτυλίδια της οικογένειας, το ότι θυσιάστηκε για αυτόν το σιτευτό μοσχάρι και το γεγονός ότι στήθηκε γλέντι για την επιστροφή του, κατά τας γραφάς (Λουκάς 15:11-24).
Ο μεγαλύτερος γιος καθώς ερχόταν από το χωράφι και έμαθε περί τίνος επρόκειτο διαμαρτύρεται στον πατέρα του για την παράλογη, καθαρά μεροληπτική χειρονομία του δεύτερου προς τον αδερφό του, για να πάρει τη διπλωματική απάντηση: “τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστίν. Ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει ότι ο αδελφός σου απολωλώς ην και ευρέθη”


Αυτά για την ιστορία.

Εδώ, για ακόμη μια φορά ο θεός των χριστιανών επιβραβεύει την τεμπελιά και τον παρασιτισμό (μην ξεχνάμε ότι μετά τη βρώση του μήλου, ήτοι τη στέρηση της Θείας Αγάπης, ο θεός καταράστηκε τον Αδάμ: να εργάζεται για τον επιούσιο άρτο) σε αντίθεση με την εργασία την οποία όχι μόνο δεν επιβραβεύει, αλλά και απαξιώνει.

Καταγγέλλω το γεγονός ότι ο πατέρας της παραπάνω παραβολής προσπαθεί ορθολογικά να πείσει τον μεγαλύτερο αδερφό ότι ο παρασιτισμός και η αποφυγή της εργασίας είναι τόσο φυσικά φαινόμενα όσο και η εμμονή με την οποία ο καθένας επιδιώκει την ικανοποίηση των αναγκών του. Το ότι δηλαδή η φράση που εισήγαγε ο Λαφάργκ (για τελείως διαφορετικούς λόγους) “δικαίωμα στην τεμπελιά”, είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα του καθενός, ακόμη κι αν πραγματοποιείται εις βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Βρίσκω λοιπόν απολύτως δικαιολογημένη τη διαμαρτυρία και το παράπονο ("ιδού, τοσαύτα έτη δουλεύω σοι […] και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ") του μεγαλύτερου αδελφού ο οποίος θα έπρεπε να επιβραβέβεται για τον κόπο του και την προσφορά του στην οικογένεια, και προφανή υπεκφυγή την απάντηση του πατέρα (τι σημασία έχει άραγε το “πάντα τα εμά, σα εστίν” όταν δεν τα απολαμβάνεις?) την οποία έκανε σαφέστατα για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις.

buzz it!